Κυριάκος Καπότης

390 days ago

Το Κάστρο Μου

8'
43

Το σπίτι μου.

Αν με ρωτούσε κάποιος σήμερα αν μπορεί να μείνει μια ολόκληρη οικογένεια σε εκείνο το μικρό ισόγειο δυάρι θα απαντούσα: «Φυσικά! Σίγουρα όμως μια μικρή οικογένεια. Των δύο ατόμων ίσως. Και το ένα να είναι κάποιο κατοικίδιο. Κι αυτό κάτι σαν… καναρίνι.»

Λένε όμως πως όσο πιο μικρός είσαι , τόσο μεγαλύτερα φαντάζουν τα πάντα γύρω σου .

Κι εγώ τότε ήμουν ακριβώς σε αυτήν την ηλικία. Το τελευταίο σκαλί της αλουμινένιας σκάλας ήταν για μένα ο πιο ψηλός πύργος, και ο λίγος ελεύθερος χώρος κάτω από την τραπεζαρία το πιο βαθύ τούνελ. Το παλιό ταλαιπωρημένο σύνθετο στο χολ μια γιγαντιαία βιβλιοθήκη, που έκρυβε ανάμεσα στα ράφια με τα παλιές εγκυκλοπαίδειες τη γνώση όλου του κόσμου. Το πατάρι με τις σκονισμένες κούτες και τα ψόφια έντομα, το μπουντρούμι που θα έκλεινα μέσα όλους τους κακούς που θα απειλούσαν το βασίλειό μου, μιας και πάντα στις ιστορίες μου ήμουν εγώ ο νικητής.

Όλα αυτά όμως συνέβαιναν στο τέλος της μέρας. Δεν ξέρω ποιο είναι το πιο άσχημο όταν είσαι παιδί μονογονεϊκής και συνάμα φτωχής οικογένειας, στη σκέψη μου όμως σίγουρα την πρώτη θέση καταλάμβανε με άνεση το πρωινό ξύπνημα. Κάθε πρωί, στις πέντε και μισή ακριβώς. Το πρόγραμμα γνωστό. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που μας ξύπνησε η μάνα για να μας πάρει μαζί της στη δουλειά. Ήταν μία συνθήκη. Μια ρουτίνα χωρίς αρχή που απλά συνέβαινε, χωρίς να αναρωτιόμαστε και πολύ το γιατί. Ίσως επειδή κατά βάθος αν και μικροί, μπορούσαμε να καταλάβουμε το λόγο, αλλά και την υποχρέωση που τον ακολουθούσε.

Ο χειμώνας έκανε τον αποχωρισμό από το ζεστό κρεβάτι για να βγεις να περπατήσεις στην πρωινή υγρασία ακόμα πιο δύσκολο. Όμως έπρεπε. Πάντα έπρεπε. Έτσι κι εκείνο το πρωινό.

Η μέρα ξεκίνησε όπως και όλες οι άλλες. Φτάσαμε έξω από την μεγάλη και βαριά σιδερένια πόρτα του Δημοτικού Σχολείου με τη μάνα να μου δίνει στο χέρι το μικροσκοπικό κλειδί του λουκέτου . «Θα ανοίξεις την πύλη καλέ μου;» Έπιασα το κλειδί με χαρά, και την ίδια στιγμή φανταζόμουν κάστρα και κάγκελα με αιχμές, και γέφυρες και άλογα, και ό,τι άλλα παιδιά είχαν σε παιχνίδια playmobil αλλά εγώ, μόνο στη φαντασία μου. Διασχίσαμε την αυλή, και μπήκαμε από την πόρτα του εσωτερικού κτιρίου.

Ο μεγαλύτερος αδερφός μου είχε αναλάβει να κάνει το σκούπισμα των αιθουσών και των διαδρόμων, και η μάνα, τα γραφεία των καθηγητών και του διευθυντή που ήθελαν τακτοποίηση και ξεσκόνισμα με μεγάλη λεπτομέρεια. Στον μικρότερο της οικογένειας είχε

ανατεθεί το «πολύ σημαντικό έργο» -όπως έλεγε πάντα η μάνα- του αδειάσματος των καλαθιών της αυλής .Και πάντα, αφού τελείωνα όσο πιο σύντομα μπορούσα έφευγα να τη βρω για να μπορέσω να καθίσω στην πολυθρόνα του Διευθυντή, στο γραφείο με τη γυάλινη επιφάνεια σκαρώνοντας στα γρήγορα κι άλλες ιστορίες, με τη μόνη υποχρέωση να μην αφήσω πουθενά δαχτυλιές..

Μπήκα και είδα τη μάνα με ένα πανί στο χέρι να ξεσκονίζει έναν καλόγερο. Δεν μπορούσα με τίποτα να καταλάβω γιατί έδωσαν ένα τέτοιο όνομα σε μια απλή κρεμάστρα, αλλά αφού το έκαναν οι μεγάλοι, κάποιο λόγο θα είχαν σίγουρα, οπότε δεν με απασχολούσε και πολύ. «Δεν παίζουμε σήμερα εδώ!» Είπε με αυστηρό ύφος. «Έχουν συνέλευση το βράδυ οι καθηγητές και πρέπει να είναι όλα στην εντέλεια!» Απογοητευμένος , το αποδέχτηκα και σκέφτηκα πως θα έχω και αύριο την ευκαιρία μου. Είχε και τα καλά του να είσαι παιδί της καθαρίστριας του σχολείου σου. Έφτανα εκεί που οι υπόλοιποι συμμαθητές και οι φίλοι μου δεν θα είχαν πρόσβαση ποτέ. Και όπως και να το κάνουμε, αυτό μου έδινε ένα αίσθημα μοναδικότητας.

Η μέρα κύλησε γρήγορα. Με εμένα στο νηπιαγωγείο που βρισκόταν στα υπόγεια του συγκροτήματος και τα αδέλφια μου στις κανονικές αίθουσες να μαθαίνουν πράματα και θάματα που βιαζόμουν κι εγώ να γνωρίσω. Η μάνα, στο μικρό δωμάτιο του επιστάτη που της είχε παραχωρηθεί, έβλεπε τηλεόραση και έπλεκε όλη τη μέρα σαν μηχανή. Όταν τελείωνε η πρωινή βάρδια του σχολείου μόνο σηκωνόταν , για να επιθεωρήσει τις τάξεις και να επέμβει όπου είχαν πετάξει χαρτιά, και ξύσματα μολυβιού κάτω από τα θρανία για να είναι όλα έτοιμα για τους «απογευματινούς».

Το σχολείο έκλεινε στις 8. Οι γονείς έπαιρναν τα παιδιά τους και σιγά-σιγά έφευγαν. Θα παραμέναμε και μετά την συνέλευση για να κλείσουμε και να κλειδώσω το μεγάλο λουκέτο της «πύλης» όπως πάντα. Ήμουν ο Κύριος και Αφέντης και Κλειδοκράτορας του κάστρου μου.

Οι συνελεύσεις των καθηγητών πάντα έπαιρναν ως αργά. Με τον προεξάρχοντα Διευθυντή να θέτει προς συζήτηση τα θέματα του σχολείου, και τους ακροατές του να στέκονται αμίλητοι να τον παρακολουθούν να αγορεύει. Καμιά φορά κρυφοκοιτούσα από τη μισάνοιχτη πόρτα, και έβλεπα τους δασκάλους να έχουν την ίδια νυσταγμένη έκφραση των μαθητών τους όταν μιλούσαν οι ίδιοι μέσα στην τάξη. Κι όμως εκείνο το βράδυ δεν είχε την παραμικρή διάθεση να τους αποδεσμεύσει νωρίς. Πόσο μάλλον εμάς.

Στις 11 περίπου το μαρτύριο των δασκάλων και το δικό μας έδειχνε να τελειώνει. Ο διευθυντής αποχώρησε τελευταίος χωρίς να μπει στον κόπο να καληνυχτίσει. Απομακρύνθηκε με σύντομο βήμα σε πολύ λίγο χρόνο είχε εξαφανιστεί.

«Πάρτε τα μπουφάν σας, φύγαμε!» Είπε η μάνα επιτακτικά, και γύρισε προς την μεγάλη εσωτερική πόρτα. Την ίδια στιγμή, ο κρότος της πρώτης πέτρας που έπεσε πάνω στο χοντρό γυαλί , σχημάτισε στο πρόσωπό της μια έκφραση τρόμου. Δίχως να σκεφτεί , με δύο βήματα , βρέθηκε κοντά στην κλειδαριά και έδωσε δυο στροφές στον μηχανισμό που αμπάρωνε τα δυο φύλλα της εισόδου. Η δεύτερη πέτρα ράγισε το τζάμι , που έμεινε στη θέση του μόνο λόγω της συρμάτινης επένδυσης του.

«ΤΙ ΘΈΛΕΤΕ? ΘΑ ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!» ούρλιαξε γεμάτη φόβο η μάνα.

«ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΨΟΥΜΕ ΖΩΝΤΑΝΕΣ, ΠΟΥΤΑΝΕΣ!» απάντησε μια νεανική ανδρική φωνή. Το συναίσθημα που ένιωσα ήταν πρωτόγνωρο. Ίσως να το έλεγαν σοκ, δεν ήμουν σίγουρος, αναμεμειγμένος φόβος, τρόμος θλίψη και άγνοια. Δεν υπήρχαν αυτά στον κόσμο μου. Οι ήρωές μου ήταν γενναίοι και κέρδιζαν πάντα. Η μάνα μας τράβηξε κοντά της και τρέξαμε στο γραφείο των καθηγητών .Πλησίασε το τηλέφωνο να καλέσει για βοήθεια και μόλις το είδε, κοκάλωσε. Το στρογγυλό καντράν του τηλεφώνου, ήταν ασφαλισμένο με εκείνες τις μικρές κλειδαριές που επέτρεπαν την χρήση του μόνο σε αυτόν που είχε το κλειδί. Ήμουν σίγουρος πως η μάνα ξεστόμισε μια κατάρα όσο κι αν προσπάθησε να το κρύψει.

Τρίτη πέτρα. Και βήματα έξω από τον περίγυρο. Άρχισα να βουρκώνω και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί. Ποιοι ήταν; Ήθελαν σίγουρα να μας κάνουν κακό , αλλά γιατί; Δεν τους πειράξαμε!

«Μαμά πάρε την αστυνομία!» Είπε ο μεγαλύτερος αδερφός.

«Δεν μπορούμε να πάρουμε παιδί μου! Δεν δουλεύει το τηλέφωνο.», είπε αόριστα η μάνα για να μην δώσει πολλές εξηγήσεις, προσπαθώντας να σκεφτεί. Σίγουρα θα μπορούσαν να μείνουν εκεί μέχρι να φύγουν οι φωνές και οι πέτρες, αλλά δεν γνώριζε τις προθέσεις τους.

Ήξερε πολύ καλά επίσης πως τέτοια ώρα ελάχιστοι περαστικοί περνούσαν πεζή μπροστά από το σχολείο. Ίσως και κανένα αυτοκίνητο , αλλά με τα φώτα στραμμένα στο δρόμο και τα παράθυρα κλειστά λόγω του κρύου το να ακούσει κάποιος ή να δει κάτι ήταν πρακτικά απίθανο.

Πέρασε λίγη ώρα χωρίς να ακουστεί κάποιος ήχος . Αυτό θάρρεψε τη μάνα να πλησιάσει το παράθυρο του γραφείου. Ήλπιζε οι απροσδόκητοι εισβολείς να έχουν παρατήσει την προσπάθεια. Στο θέαμα πάγωσε. Μια ομάδα ανθρώπων, έξι με εφτά άτομα περιτριγύριζαν το κτίριο. «Ναρκομανείς..» ψέλλισε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που βρίσκαμε χρησιμοποιημένες σύριγγες στον προαύλιο χώρο. Η μάνα μας εξηγούσε πως: «είναι ανθρώπων αρρώστων αυτά και να μην τα πιάνουμε με τα χέρια μας. Και πάντα να την φωνάζουμε, και εμείς και οι φίλοι μας όταν βρίσκαμε κάτι τέτοιο.»

Ο ήχος του γυαλιού που σπάει και η εικόνα της μάνας να πέφτει στο πάτωμα με έβγαλε από τη σκέψη. Γύρισα να κοιτάξω τον αδερφό μου, αλλά είχε εξαφανιστεί. Έτρεξα κοντά της χωρίς να ξέρω τι να κάνω. Τα γυαλιά και η πέτρα την είχαν γρατζουνίσει στο πρόσωπο αλλά εκείνη σηκώθηκε, μου έβαλε κάτω από τη ζακέτα της, και χώθηκε μαζί μου κάτω από το μεγάλο γραφείο του διευθυντή. «Που είναι αδερφός σου;» με ρώτησε όταν αντιλήφθηκε πως ήμουν μόνος . «Δεν ξέρω μαμά..» αποκρίθηκα με λυγμούς.

Την κοίταξα και κατάλαβα πως αμέσως σκέφτηκε χίλια δυο αρνητικά σενάρια. Πριν προλάβουν όμως καν να σχηματίσουν οι μυς του προσώπου της την έκφραση της απόγνωσης ακούστηκαν κάτω από το παράθυρο οι ίδιες φωνές:

«Μπάτσοι! Πούλο ρε! Τη κάναμε!» Σε δευτερόλεπτα οι μαύρες σιλουέτες είχαν εξαφανιστεί.

Η μάνα σηκώθηκε και πλησίασε προσεκτικά το παράθυρο. Ο φάρος ενός περιπολικού έβαφε με ένα περίεργο μπλε και κόκκινο χρώμα την πρόσοψη του κτιρίου, και δυο άντρες ντυμένοι στα ίδια χρώματα περνούσαν την πύλη και πλησίαζαν προς το μέρος μας.

«Κάποιος περαστικός θα φώναξε την αστυνομία.» μου είπε η μάνα. «Πάμε να βρούμε τον αδερφό σου!»

Τα επόμενα είκοσι λεπτά τα περάσαμε με τον αδερφό μου να μας εξηγεί μαζί με τους δύο αστυνομικούς πως κατάφερε να ανοίξει το παράθυρο του δεύτερου ορόφου , και να βγει στην χαμηλή οροφή του γυμναστηρίου. Έπειτα πως σκαρφάλωσε στον φράχτη, και από εκεί να βγει στο δρόμο και να ζητήσει βοήθεια από έναν περαστικό. «Έξυπνα παιδιά!» Αποκρίθηκε ένα από τους δύο αστυνομικούς . «Να που οι σκανταλιές χρησίμεψαν τελικά βρε μπαγάσα ε;» είπε κοιτώντας τον..

Δεν σταμάτησα ποτέ από τότε να σκέφτομαι γιατί οι άνθρωποι μπορεί να θέλουν να κάνουν τόσο κακό. Πως μπορεί να δημιουργεί κάποιος μια τέτοια αδικία σε βάρος κάποιου άλλου, πιο μικρού και πιο αδύναμου. Με ενοχλούσε, και με ενοχλεί. Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα ότι όλα είναι όμορφα μόνο στον παιδικό μου κόσμο. Εκεί που το σενάριο, το έφτιαχνα εγώ. Στο δικό μου κάστρο, και στο δικό μου βασίλειο.